Σταδιακή κατάργηση απαλλαγών ΦΠΑ και περιορισμό των συναλλαγών σε μετρητά συστήνει ο ΟΟΣΑ στην Ελλάδα
Ενδεικτικές συστάσεις:
→ Σταδιακή μετατόπιση των δημοσίων δαπανών σε τομείς που υποστηρίζουν την ανάπτυξη και δικαιοσύνη, με βάση τις τακτικές αναθεωρήσεις δαπανών και δημόσιων επενδύσεων, συγκράτηση των δαπανών προσωπικού και διατήρηση των προσπαθειών για μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών
→ Σταδιακή κατάργηση μειώσεων και απαλλαγών ΦΠΑ
→ Συνέχιση των προσπαθειών για την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης με την προώθηση της ψηφιακής τεχνολογίας στις συναλλαγές, τον περιορισμό των συναλλαγών σε μετρητά και τον εξορθολογισμό των εκπιπτόμενων δαπανών
Η ελληνική οικονομία διατηρήθηκε καλά κατά τις πρόσφατες κρίσεις και έχει ξεπεράσει την ανάπτυξη στη ζώνη του ευρώ από την παγκόσμια ενεργειακή κρίση. Απαιτείται τώρα περαιτέρω δράση πολιτικής για να διασφαλιστεί η συνεχιζόμενη ισχυρή ανάπτυξη και η δημοσιονομική βιωσιμότητα, ιδίως για να διατηρηθεί το δημόσιο χρέος σε σταθερά πτωτική πορεία, σύμφωνα με νέα έκθεση του ΟΟΣΑ.
Η τελευταία Οικονομική Έρευνα του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ από 2,3% το 2024 και 2,2% το 2025 σε 2,5% το 2026. Η κυβέρνηση σχεδιάζει πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα 2,5% του ΑΕΠ το 2025 και 2,4% το 2026. επίμονη και παρέμεινε στο 3,2% τον Οκτώβριο 2024, αλλά προβλέπεται να μειωθεί σταδιακά, επιστρέφοντας κοντά στον στόχο μέχρι το τέλος του 2026.
«Η Ελλάδα έχει καρπωθεί τα οφέλη από τις πολλές σημαντικές μεταρρυθμίσεις που έχει εφαρμόσει όλα αυτά τα χρόνια, αλλά πρέπει να γίνουν περισσότερα για να προωθηθεί ο ανταγωνισμός, να επιτραπεί σε περισσότερους νέους και γυναίκες να συμμετέχουν στην αγορά εργασίας και να διατηρήσει σημαντικά πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα διατηρώντας παράλληλα τις επενδύσεις». δήλωσε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΟΣΑ Ματίας Κόρμαν, παρουσιάζοντας την Έρευνα στην Αθήνα μαζί με τον πρωθυπουργό της Ελλάδας, Κυριάκο Μητσοτάκη και τον υπουργό Οικονομικών, Κωστή Χατζηδάκη. «Οι προοπτικές της Ελλάδας παραμένουν θετικές, με αποπληθωρισμό, βελτίωση της ανάπτυξης στους εμπορικούς εταίρους και αυξανόμενες εκταμιεύσεις ευρωπαϊκών κεφαλαίων που θα στηρίξουν την ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια».
Το δημόσιο χρέος μειώνεται από το 2020, αλλά παραμένει υψηλό, στο 163,9% του ΑΕΠ το 2023. Η διατήρηση του δημόσιου χρέους σε σταθερά πτωτική πορεία και η αύξηση του δημοσιονομικού χώρου για επενδύσεις θα απαιτήσουν πρόσθετες προσπάθειες για τη μείωση των φορολογικών δαπανών και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Επιπλέον, μια σταδιακή μετατόπιση των δαπανών προς τις υποδομές, την εκπαίδευση και την υγεία θα βελτίωνε τόσο τα οικονομικά όσο και τα κοινωνικά αποτελέσματα.
Παραμένουν σημαντικές προκλήσεις. Η παραγωγικότητα της εργασίας παρέμεινε στάσιμη σε χαμηλά επίπεδα την τελευταία δεκαετία. Παρά την πρόσφατη πρόοδο, οι επενδύσεις παραμένουν σχετικά χαμηλές, ιδίως σε άυλα αγαθά και Ε&Α. Το χάσμα παραγωγικότητας μεταξύ μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων είναι μεγάλο, με πολλές από τις μεγάλες επιχειρήσεις να αποτυγχάνουν να αναπτυχθούν και να υιοθετήσουν νέες τεχνολογίες.
Περαιτέρω μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση του ανταγωνισμού, τη μείωση του ρυθμιστικού φόρτου, τη βελτίωση της πρόσβασης σε δεξιότητες και χρηματοδότηση θα στηρίξουν την ανάπτυξη και την καινοτομία των επιχειρήσεων. Ο ανταγωνισμός παραμένει αδύναμος σε ορισμένα τμήματα της οικονομίας, καθιστώντας ακόμη πιο σημαντικό για την Ελλάδα να αναθεωρήσει ορισμένους από τους αδικαιολόγητα αυστηρούς κανονισμούς στις υπηρεσίες και να χαλαρώσει τους περιορισμούς εισόδου στις επαγγελματικές υπηρεσίες.
Οι ελλείψεις δεξιοτήτων έχουν αυξηθεί. Η ενίσχυση της μαθητείας και της επαγγελματικής κατάρτισης είναι το κλειδί για τη διασφάλιση της παροχής δεξιοτήτων που ανταποκρίνονται καλύτερα στις ανάγκες των εργοδοτών. Η επέκταση των ικανοτήτων παιδικής μέριμνας θα επιτρέψει σε περισσότερες γυναίκες να ενταχθούν στην αγορά εργασίας και να υποστηρίξουν την ανάπτυξη της απασχόλησης.
Τα ακραία καιρικά φαινόμενα γίνονται πιο πιθανά λόγω της θέρμανσης του κλίματος και θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε νέες διαταραχές της παραγωγής και να μειώσουν την εγχώρια ζήτηση. Η Ελλάδα μείωσε τις εκπομπές κατά 42% τις τελευταίες δύο δεκαετίες και η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές επεκτείνεται με ταχείς ρυθμούς. Ένας συνδυασμός επενδύσεων, αυστηρότερων κανονισμών και τιμολόγησης εκπομπών, που συμπληρώνεται με οικονομική στήριξη για ευάλωτες ομάδες, μπορεί να οδηγήσει νοικοκυριά και επιχειρήσεις να κινηθούν προς πιο πράσινες τεχνολογίες.



