Καταβολή τόκων επί προσωρινών εισπραχθέντων ποσών προστίμων που επιβλήθηκαν αχρεωστήτως στον τομέα του ανταγωνισμού


ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 97/24

Λουξεμβούργο, 11 Ιουνίου 2024

Απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-221/22 P | Επιτροπή κατά Deutsche Telekom


Η Επιτροπή οφείλει να καταβάλει τόκους επί των προσωρινώς εισπραχθέντων ποσών των προστίμων που επέβαλε αχρεωστήτως στον τομέα του ανταγωνισμού

Οι τόκοι αυτοί αποσκοπούν στην κατ’ αποκοπήν αποζημίωση της οικείας επιχείρησης για τη στέρηση της δυνατότητας χρήσης του επίμαχου ποσού

Όταν το Γενικό Δικαστήριο ή το Δικαστήριο ακυρώνουν ή μειώνουν πρόστιμο που έχει επιβληθεί από την Επιτροπή σε επιχείρηση για παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, το εν λόγω θεσμικό όργανο οφείλει όχι μόνο να επιστρέψει το σύνολο ή μέρος του ποσού του προστίμου που κατέβαλε προσωρινά η επιχείρηση, αλλά και να καταβάλει τόκους για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία της προσωρινής καταβολής του προστίμου έως την ημερομηνία της επιστροφής του. Στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για «τόκους υπερημερίας», αλλά για τόκους που αποσκοπούν στην κατ’ αποκοπήν αποζημίωση της επιχείρησης για τη στέρηση της δυνατότητας χρήσης του επίμαχου ποσού.

Στις 15 Οκτωβρίου 2014, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέβαλε στην Deutsche Telekom AG πρόστιμο ύψους περίπου 31 εκατομμυρίων ευρώ για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στη σλοβακική αγορά των ευρυζωνικών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.

Η Deutsche Telekom άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προβαίνοντας συγχρόνως σε προσωρινή καταβολή του προστίμου στις 16 Ιανουαρίου 2015.

Το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή και μείωσε το ποσό του προστίμου κατά περίπου 12 εκατομμύρια ευρώ1. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή επέστρεψε το ποσό αυτό στην Deutsche Telekom στις 19 Φεβρουαρίου 2019.

Στη συνέχεια, η Deutsche Telekom ζήτησε από την Επιτροπή να της καταβάλει τόκους υπερημερίας επί του εν λόγω ποσού για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία καταβολής του προστίμου μέχρι την ημερομηνία επιστροφής, δηλαδή για διάστημα τεσσάρων και πλέον ετών.

Κατόπιν της άρνησης της Επιτροπής, η Deutsche Telekom προσέφυγε εκ νέου ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο υποχρέωσε την Επιτροπή να καταβάλει ποσό περίπου 1,8 εκατομμυρίων ευρώ στην Deutsche Telekom2.

Η Επιτροπή άσκησε αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου ενώπιον του Δικαστηρίου.

Με τη σημερινή απόφασή του, το Δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως και επικυρώνει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου.

Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, η οποία δεν συντρέχει λόγος να επανεξεταστεί, σε περίπτωση που δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης ακυρώσει ή μειώσει αναδρομικώς πρόστιμο επιβληθέν από την Επιτροπή για παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, το εν λόγω θεσμικό όργανο οφείλει να επιστρέψει το σύνολο ή μέρος του ποσού του προσωρινώς καταβληθέντος προστίμου, πλέον τόκων για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία της προσωρινής καταβολής του προστίμου έως την ημερομηνία επιστροφής του3. Η υποχρέωση αυτή υφίσταται ακόμη και όταν η οικονομική απόδοση της επένδυσης του ποσού του εν λόγω προστίμου εκ μέρους της Επιτροπής κατά το χρονικό αυτό διάστημα υπήρξε μηδενική ή ακόμη και αρνητική. Στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για «τόκους υπερημερίας», αλλά για τόκους που αποσκοπούν στην κατ’ αποκοπήν αποζημίωση της επιχείρησης για τη στέρηση της δυνατότητας χρήσης του επίμαχου ποσού.

Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι το επιτόκιο βάσει του οποίου υπολογίζονται οι τόκοι τους οποίους οφείλει η Επιτροπή να καταβάλει στην Deutsche Telekom ισούται με το επιτόκιο αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), προσαυξημένο κατά 3,5 εκατοστιαίες μονάδες4.

1Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής, T-827/14 (βλ. επίσης ανακοινωθέν τύπου αριθ. 196/18).
2Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 19ης Ιανουαρίου 2022, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής, T-610/19 (βλ. επίσης ανακοινωθέν τύπου αριθ. 7/22).
3Το Δικαστήριο υπογραμμίζει γενικότερα ότι, όταν έχουν εισπραχθεί χρηματικά ποσά κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης (είτε από εθνική αρχή είτε από θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης), τα εν λόγω χρηματικά ποσά πρέπει να επιστρέφονται και η επιστροφή αυτή πρέπει να προσαυξάνεται με τόκους οι οποίοι να καλύπτουν ολόκληρο το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία καταβολής των ποσών έως την ημερομηνία της επιστροφής τους.
4Κατ’ αναλογία προς το άρθρο 83, παράγραφος 2, στοιχείο β’, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 1268/2012 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης.





Source link

Author

account